Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Στο Ταχυδρομείο


                                                         Ποσειδώνος, Σεπτέμβρης 2011

Στο Ταχυδρομείο εκεί που περιμέναμε στη σειρά υπομονετικά
δυό μαθήτριες θάταν του Λυκείου,ίσως σκαστές,με ρώτησαν:
- Μπορείτε να μάς γράψετε στον φάκελο τη λέξη Εύβοια;
Δεν ξέρουμε την ορθογραφία.
Πειθήνια έγραψα με μεγάλα κεφαλαία γράμματα
ΕΥΒΟΙΑ
που αυτές διάβασαν με δυσκολία και απορία
σαν νάταν αρχαιογράμματη στήλη επιτυμβίου.
Μετά πιάσαν  να γράφουν στην μεγάλη,
φωτεινή οθόνη του ακριβού κινητού τους
Sagapw vlaka h Nikh su.Filia apo thn Xara.

Κινηθήκαμε έξω να ρίξουμε στα κουτιά τα γράμματα
και παρά τα περήφανα Ελληνικά ονόματά τους,
Νίκη και Χαρά,
και παρά την Πολίτικη λαλιά τους,
όπως στεκόμασταν αντίκρυ
στη φίλη θάλασσα του Φαλήρου
δακρυόεν γελάσασα
βρισκόμουν πλάι σε δυό Ρωμιοπούλες,
ίσως Τουρκόφωνες,κυνηγημένες  
στην προκυμαία ένδοξης Ελληνίδος πόλης που καίγονταν.



Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Οι μέλισσες πριν την Άλωση

                                                                                                         Γιά τον Κώστα τον μελισσά.

 Σε χρονιές με απανωτούς θανάτους μελισσών
έφτασε στο μπαλκόνι μια μικρή μέλισσα
τρυγώντας την ανθισμένη λεβάντα.
Χτύπησε το τηλέφωνο και ανήγγειλαν
πως σ' έφεραν νεογέννητη όμορφη και γερή
επιτέλους στο σπίτι σου, Μυρτώ μου.
Κι ενώ η τηλεόραση από το διπλανό παράθυρο
βροντοφώναζε για σεισμούς, καταποντισμούς,
καταρρεύσεις πάντων και παντός,
η μικρή εργάτρια συνέχιζε σοβαρή
σαν να εκπονούσε ένα μακρόπνοο σχέδιο εργασίας
ακατάλυτης συνέχειας ενός γένους φρουρός ακοίμητος
έτοιμη το κεντρί της ν' ανασπάσει και ν' αποθάνει
για την κωδωνόσχημη οικουμένη της και τη Βασιλεύουσά της.
Ωσάν μέσα στ' ανθισμένα λουλούδια να πηγαινοερχόταν σ' επάλξεις
μικρός, μοναχικός Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έντιμος και γενναίος
πολιορκημένος από στίφη αδυσώπητα
έμοιαζε το βουητό της νά λέει:
"την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστίν".
                                                                                                                                                            
                                     
(7-6-10/21-5-11)

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

Στεφανωμένοι κυνόροδα

The warmth and chill
Of wedded Life and Death.
                Herman Melville

Ναι, ήταν έρωτας σαν παραμύθι,
Από την αρχή καταδικασμένος,
Αυτός για μιαν Ινδή μαχαρανή,
Εκείνη για έναν Σκωτσέζο αξιωματικό.

Συγγενείς εξοργισμένοι γιατί
Έλληνες νέοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί
Τον άλλον εαυτό τους αγάπησαν
Αλλόφυλο κι αλλόπιστο

Με φωνές, απειλές,
Κλάψες, κατάρες,
Τους ανάγκασαν ν' απαρνηθούν
Τον άλλον και να συζευχθούν

Δικό μας άνθρωπο.
Τα ίδια έπραξαν Ινδοί
Και Βρετανοί τρέμοντας
Μη μιανθούν

Μ' αίμα κατώτερο Γραικών δολίων,
Στην φωτογραφία την ασπρόμαυρη χαμογελούν,
Μεσούντος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου,
Πάνω σε μιαν Αφρικάνικη αιμασιά σκαρφαλωμένοι.

Θριαμβεύουν στη νειότη τους
Αθάνατοι στην ωραιότητά τους,
Σχεδόν μυρίζεις τα κυνόροδα
Που γύρω τους ανθίζουν

Καθώς κοιτάνε ερωτικά,
Όχι ο ένας τον άλλον αλλά μπροστά,
Αυτός την Ινδή του;
Εκείνη τον Σκωτσέζο της;

Ρωμιός πήρε Ρωμιά.
Χαμογελούν θριαμβεύοντας
Στεφανωμένοι η Ζωή και ο Θάνατος
Κυνόροδα αμάραντα.

Χρόνια μετά, λαχτάρησα
Ν' αγγίξω τα μοσχομύριστα
Ροδόλευκα σαν μάγουλα
Μωρού αγριοτριαντάφυλλα.

Μάτωσα, η κόρη τους εγώ
Από τους κοφτερούς
Κυνόδοντες των άγριων
Αγκαθιών τους.

Δύσκολα βρίσκεις πια την κυνοροδή,
Την κάποτε οικεία σκυλοτριανταφυλλιά,
Φύλακα άγρυπνο των παλαιών εκείνων
Που την Αειθαλή έστερξαν Ροδή.

Σε δάσος, κοίτη ποταμιού, πλαγιά,
Κατά μήκος των δρόμων σ' όλη τη γειτονιά,
Στην Ελλάδα ολόκληρη επέμενε πάσα ομορφιά
Και τώρα πια δεν επιμένει

Μήτε 'δώ μήτε στην Οικουμένη.

Κυναίγειρος ο Ευφορίωνος

"Εν τούτω τω πόνω..
Ηρόδοτος 6 στ. 114

"Εν τούτω τω πόνω"
Κυναίγειρος ο Ευφορίωνος αρπάχτηκε
από την πρύμνη Μηδικού πλοίου για να το σταματήσει
κι όταν με πέλεκυ απέκοψαν τα χέρια του,
το εχθρικό πλοίο κράτησε
με τα δόντια
έως τον άκρον πόνο.

Παρών και ο αδελφός του,
Αισχύλος ο Ευφορίωνος,
"πολλά τρωθείς", λιπόθυμο
τον σήκωσαν με φορείο από το πεδίο της μάχης.
Ακόμη και στον ύπνο μας, κατέγραψε,
ο πόνος που δεν ξεχνάει
στάζει μες στην καρδιά
έως ότου, παρά τη θέλησή μας,
στην απόγνωση έρχεται η σωφροσύνη,
η χάρη η βιαιη των θεών,
και τούτο το χάραγμα κράτησε
μόνο μνήμα του
"αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι..."

Ω Χριστέ μου, φοβόμαστε τον πόνο,
κοντά είναι ο Δάτις κι ο Αρταφέρνης.
Μες στο Μαραθώνιον άλσος, έλος στεκάμενο,
βούρκο με κουνούπια, βατράχια νερόφιδα,
πελαγωμένοι εμείς, δίχως μνήμη,
δίχως θάρρος, άξιο ή όχι.

Μα, δώσε παρακαλώ, εδώ μες στον σωρό,
για λίγο να ευωδιάσει άγριος μάραθος
σαν τον Κυναίγειρο ν' αντέξουμε,
σαν τον Αισχύλο να ευγνωμονούμε.


Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Μουσῶν 9 [γ]

Ὁ Δραπέτης

Δραπέτευσε ἀπό τ' ἀντικρινό μας Λούνα Πάρκ
τό λιοντάρι. Ἐκεῖνο τό γέρικο πού βρώμαγε
μές στό κάτουρο καί τό σκατό
ψωραλέο, μυγοφαγωμένο
μ' ἕνα βρυχηθμό μπαλσαμωμένο.
Λέων ὁ Ἀφρικανός. Κανέναν δέν ἔπειθε.

Μονάχα στίς δύο, νύχτα βαθειά,
μᾶς τάραζε
μέ κάτι ἀπεγνωσμένους βρυχηθμούς
πού δέν ἔλεγαν νά τελειώσουν.
Ὅλοι εἶχαν κάνει τά σχετικά παράπονα.

Κι ὅταν δραπετευσε κυκλοφόρησαν
σπαραχτικές ἱστορίες
-ἦταν ἀνθρωποφάγο-
κι ἀρκετοί ἀναδείχτηκαν
ἐξ αἰτίας του σέ ἥρωες,
ὥσπου τό βρῆκαν
πίσω ἀπό κάτι θάμνους
λίγα μέτρα μακριά ἀπ' τό κλουβί του
ψόφιο. Θά τό εἶχαν ξεκάμει, φαίνεται,
ἡ συγκίνηση καί τά πόδια του
μισοπαράλυτα ἀπ' τό κλουβί.

Τά κλουβιά πού δαμάζουν τούς ἵμερους
ἔχουν τή χρησιμότητά τους
ἀνακουφισμένοι ἀπεφάνθησαν.

Βασιλιά μου Ἀφρικανέ τί μνῆμες ἰχνηλάτες
τί ὄνειρα κυνηγοί
σέ βρῆκαν καί σέ σπάραξαν;

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Μουσών 9 [β]

Σοῦ 'κλεψα

Φεύγοντας σοῦ 'κλεψα
τήν ὀδοντόβουρτσα.
Παλιά τριμμένη μισοφαγωμένη
δέ φαντάζομαι
νά σοῦ ἔλειψε.

Καιρός ἦταν
νά πάρεις μιά καινούργια.
Ἐγώ κάθε πρωΐ
τά δόντια μου
μέ τήν ὀδοντόβουρτσά σου πλένω

στό στόμα μου
τό στόμα σου
τή δική σου γεύση
φιλώντας.

Ὅσο καιρό μοῦ κρατήσει
δέ θά φύγει
ἀπό τό στόμα μου
ἡ γλώσσα σου.

Λεωφόρος Συγγροῦ

Ἐάν αὐτός ὁ ταξιτζής
μοῦ κάνει πρόταση γάμου
θά δεχτῶ.
Θέλω μιά διαδρομή δωρεάν.
Νά δῶ νά λάμπουν
στό Δέλτα ἀτσαλένια
τά φαληρικά ὕδατα.
Νά καθήσω στό Ἔδεμ
-ὄχι τόν κῆπο- τό καφενεῖο
νά πιῶ τόν καφέ μου.
Κι ἡ θάλασσα νά ξερνᾶ
πετρέλαιο κι αὐτόχειρες
καθώς ἡ μέρα ἰριδίζει
φρέσκο ψάρι πού ἀπολεπίζεις.

Κάποτε θά τελειώνει ἡ Λεωφόρος Συγγροῦ.
Δέν γίνεται νά λέγεται ζωή
ἡ ἀναμμένη μηχανή πού βρυχιέται
ἀνυπόμονη.
Τά φῶτα πού ψάχνουν
σβήνουν πάνω μου.
Μόνον οἱ ἐραστές, ἀσφαλισμένοι
στῶν αὐτοκινήτων τους
τό ἀτσαλένιο ἐνυδρεῖο,
καταδύονται στό δικό τους βυθό,
σιωπηλοί δύτες
πνιγμένοι ἀπό καιρό.

Στάση Ἔδεμ

Πιστή στό κάλεσμα τοῦ κυνηγοῦ
σκύλα ἡ θάλασσα
στή μουσούδα της τήν κράτησε
στά βράχια παραδίδοντάς την
σημείωμα τσακισμένο
πλάϊ στά διπλωμένα
ταχτικά ροῦχα της.

Ἄνοιξε ὁ ἀστυνόμος
μαύρη ὀμπρέλα
ἀπό τήν ἤρεμη βροχή
στέγη νά βροῦν τά στοιχεῖα.

Στάση Ἔδεμ! Ἐδῶ τό τέρμα
κι ἡ ἀφετηρία,
φωνάζει ὁ εἰσπράκτορας
κι ὁ περίεργος ὄχλος
μπαίνει στό λεωφορεῖο.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Μουσών 9 [α]

Η σύζυγος Μούσα

Καισαρική τομή η ποίησηι
βγάζω ένα ήσυχο
γαλανό μωρό,
έκθετο αρνητικό.

Όμως εκτός απ' αυτό
τι άλλο έχω;
Αν κι η πρώτη νύχτα
κι όλες οι άλλες

ήταν βιασμός!

Εν μέσῃ καμίνῳ

Εν μέσῃ καμίνῳ
σήκωσα το βαρύ σφυρί
με μιά
μόνη σφυριά
άνοιξα το κεφάλι.

Βρήκα τη φλέβα
ατόφιο χρυσάφι
του πατέρα μου τα δόντια.

Προκαταβολή

Πάνω στη μηχανή προβολής
νεκρός ο χειριστής,
μεροκάματο κι αυτό
σε θάλαμο σκοτεινό.

Λαχανιάζει η μηχανή
αναστενάζει η ταινία,
βρώμικη ιστορία κι αυτή
στα σκοτεινά σκοντάφτει.

Αθώα δήθεν συναντάμε
άγνωστα χέρια, γόνατα᾿
βρήκε μόνο του
ο δολοφόνος το θύμα.

Από ψηλά σκιές ευλογεί
με σκιές, φωτεινή δέσμη,
μαύρο μοναχικό κελλί
μαύρο μοναχικό μάτι.

Ιδιωτεία

Μου συνέβηκε
ο εαυτός μου
σαν δυστύχημα,
υγρή ελληνική ταινία
"Μάνα δε θέλω να γεράσω εδώ".

Στριγγλίζει
αυτό που χτύπησε
και χτυπήθηκε
και σ' εγκαταλείπουν
στο δικό σου αίμα να πνίγεσαι.

Κομμένο υστερικό φως
φτύνεις φόβο, πλήξη
βωβή μέσα σ' ένα λαό
αδιάβροχες λέξεις
βασανισμένες κυνηγημένες εκφράσεις.

Είσαι ακατάλληλη. Σαν το λαό σου
φθαρμένη. Απαγορευμένη.

Γαλάζια Rover

Άψογη κυρά
μ' ανώτερη συμπεριφορά
γνήσια γαλάζια Rover.

Στόμα σκοτεινό ρονρονίζοντας γλυκά,
στέγη, από βροχή, κρύο και κακό,
σ' Ευρώπη κι Ινδίες τους σύστησε
αποστάσεις στήνοντας ανάμεσα
σ' απρονόητους εραστές
κι εκείνους που κυνηγάνε
οφειλέτες.
Τελικά
πιάστηκαν.
Στραβοτιμονιά καμμιά
κανένα φταίξιμο της γλυκιάς κυράς.

Στέρεψαν
κι έσβησαν.

Τελευταία
απ' όσα είχαν και δεν είχαν
την πούλησαν.

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Δωρεάν διαδρομή [η]

Γέννα

Και το όνομα αυτής Ζωή
όπως συνελήφθη τη μέρα
που γιορτάζει η Αγία
Ζωή
Και άν και το όνομα αυτής Ελισάβετ
Eli Sha Vet
Ο Κύριος έδωσε το Λόγο του
Και αν και το όνομα αυτής Μαρία
Μαριάμ
Πικρή θάλασσα Δέσποινα
όμως το όνομα τής Ζωή
και Κόρη
Όπως το κάθε παιδί
αγόρι ή κορίτσι
είναι τούτη η κόρη
Γιατί στην αρχή βγήκα
εγώ
πικρή θάλασσα
αδιαίρετη
που γέννησα
και γεννήθηκα.
Γιατί έδωσα λόγο
και μου δόθηκε.

(30 Σεπτεμβρίου '87)

Αρσενικός

Ένα είναι βέβαιο:
αν πω μαύρο
εσύ θα πεις λευκό.

Σαν το σκύλο μου τον Έκτορα
αρσενικός
κυριαρχικός
ενίοτε επιθετικός
πάντοτε δε υποψιασμένος.

Να μή προσπελάσω
τον ζωτικό σου χώρο.
Δείχνεις τα δόντια σου.

Να μη σε πλησιάσω.
Γυρνάς την πλάτη
κι έτσι πάντα
έχεις τον τελευταίο λόγο
φεύγοντας.

Μια σφιχτή γροθιά θυμωμένα αγκάθια,
σαν τους δεινόσαυρους
κυριαρχείς κι εκλείπεις.

(Οκτώβρης '87)

Ζευγάρι

Ε, να ήμουν ξανθός Νορβηγός
ερωτευμένος με ψηλή Μασάϊ
έβενος ως νύχτα
λυγερή σαν καμηλοπάρδαλη
εκατό βαρύτιμοι κρίκοι ο λαιμός της
το μικρό τρυφερό κεφάλι της να βαστάζουν

- ε, τότε τις πέντε νορβηγικές λέξεις
που θα μάθαινε η αγαπημένη μου
εκατό θα τις περνούσε ο έρωτάς μου
σαν τους κρίκους του μακριού λαιμού της
κι έκπληχτο και τρυφερό το βλέμμα της
σκεφτικό θα μασούλαγε τις πέντε λέξεις μου.

Μα τι να το κάνω
που είσαι λευκός κι αρσενικός
κι απόμακρος πολύ
καθώς μας χωρίζει
η απεραντωσύνη της κοινής μας γλώσσας!

(11 Νοεμβρίου '87)

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

Δωρεάν διαδρομή [ζ]

Ἁπλή ἀριθμητική γιά χαμαιλέοντες

Ἐνίοτε ἑκατό ἐτῶν σβήνεις
ἄλλοτε μόλις πέντε ἀνάβεις
ἐνίοτε γιορτάζεις
κάποτε ξοφλεῖς λυπητερές.

Ὅμως ποτέ αὐτό τό ἑκατό
κι αὐτό τό πέντε
δέ γίνονται ἕνα
ἄθροισμα
ἕνα, ἄς ποῦμε, ἑκατόν πέντε.

Χαμαιλέοντας χάνεσαι, ἀφανίζεσαι
πάνω στήν προοπτική τῶν πραγμάτων
λές κι ὁ βίος
ποτέ δέν γίνεται βιός
ἐξόν σπαταλημένος γενναιόδωρα.

(Ἄνοιξη '87)

Έδέμ 132

(Στόν Νίκο Φωκᾶ)

Στάση Παλμύρα.
Ἔχει τή χάρη του
τό λεωφορεῖο νωχελικό
ἐλέφαντας βαρύς, σκεφτικός
μέσα στή ζούγκλα τῆς Ποσειδῶνος,
καί σύ πάνω του κρεμιέσαι, τραντάζεσαι
ὅμως ἔχεις τό κοπάδι συντροφιά
καί θέα ἀπό ψηλά.

Ἡ θάλασσα τοῦ Φαλήρου πρωϊνή
ἀναδυόμενη ἀστράφτει σά διαφάνεια
πού σύ θά προβάλλεις στό μέλλον
ὅταν κραυγάσεις - Λύτρωσον! Ἀνάπαυσον!
Ἄραγε αὐτή ἡ ἀποταμίευση θά μᾶς στεγάσει
ὅταν τήν ἐπικαλεστοῦμε
σά μοναδική μας ἀσφάλεια; Ἤ μήπως
μήτε αὐτή ἡ κατάθεση ἀρκέσει καί μόνον
ἴχνη ἀπομείνουν στά κόκκαλα
ὅπως σέ γυναῖκες πού θήλασαν γενναιόδωρα
θρυμματίζονται τά κόκκαλά τους εὔκολα;

Ναί, δές ἐκείνη τήν ἑξηντάχρονη, ὄμορφη
ἀκόμα μέ τήν εὐγένεια τῶν κοκκάλων
ξεγυμνωμένη πιά καί ὁρατή,
ἀρκετά μικρότερη ἀπό τόν ἑβδομήντα καί, σύζυγό της,
τό χέρι της προστατευτικά στεγάζει
τό δικό του μέ τίς κηλίδες καί τή βέρα.
Τοῦ παραχωρεῖ τή θέση πού τῆς δίνουν.
Κάποτε αὐτός τή στέγαζε, τῆς ἔδινε τή θέση,
τῆς ἄνοιγε πόρτες.
Τώρα τήν ἀντανακλοῦν
τά μάτια του πρωϊνῆς θάλασσας νερά
καθαρισμένα ἀπό βοριαδάκι,
γαλανά, διάφανα.

Καί τό λεωφορεῖο προχωράει βαρύ
μέ τό πρωϊνό του φορτίο
πολεμικός ἐλέφαντας στή Συγγροῦ.
Μακριά θά μᾶς κατεβάσει
μακριά ἀπό τή μοναδική μας στέγη
τή μέρα.

Ἐσύ κάποτε ἐπιστρέφοντας
κι ἀπ' ἔξω περνώντας
θά τή δείχνεις καί θά λές:
- Ἐκεῖ ἔμενα ἐκεῖ
σ' αὐτή τή μέρα.

(Ἰούνιος - Σεπτέμβριος ' 87)

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

Δωρεάν διαδρομή [στ]

Video

I. Flash - back

Ὅλοι αἰφνίδια ἔτρεξαν κι ἀγόρασαν βίντεο.
Ὅπως σέ καιρούς πραξικοπήματος, νέφους
πυρηνικοῦ, μεγάλης πείνας ἄδειαζαν
τά ράφια λές καί τρανταζόταν
ἡ γῆ ἤ κάποιος
θεός πέθαινε. Προσκύνησαν.
Μπορεῖ νά ἦταν κονσέρβες τροφῆς
ἀπαραίτητης,
ἴσως ἦταν φιάλες τελευταίου
ἀμόλυντου νεροῦ καί πέρα ἀπ' αὐτό
οὐδέν ἐξόν δίψα αἰώνια. Νά καίει
τ' ἁλάτι πού συντηρεῖ. Ξύλα
γιά φωτιά. Ἀντικατοπτρισμός π' ὁδηγεῖ
πατημασιές μυρμηγκιοῦ στήν ἔρημο.

Ὁρισμένοι πεζοί διερχόμενοι τ' ἀπέδωσαν
σέ πληθωριστικά χαρτιά καί λόγια
ὑποτιμημένα χωρίς ἀντίκρυσμα.
Ἄλλοι σταματώντας στ' ἀπαγορευτικά φῶτα
ψιθύριζαν γιά μεγάλο θανατικό πού κολλοῦσε
γρηγορότερα κι ἀπό ρετσινιά.

II. Flash - forward

Ὅμως, σκέψου, αὐτή ἡ βιντεοκασέτα
θά παίζει θά γελᾶ θά κλαίει
μισόν αἰώνα ἀπό τώρα
ὅταν στήν κουνιστή πολυθρόνα
ἀργά θά λικνίζεται ὁ ὡραῖος σκελετός σου.
Βέβαια ἡ ταινία εἶναι τρισάθλια,
ἡ ὑπόθεση γελοία,
ὁ σεναριογράφος της ἕνας ἠλίθιος
οἱ ἠθοποιοί γιά μπουλούκι ἤ καμπαρέ
τελευταίας κατηγορίας κι ὁ σκηνοθέτης
πρό πολλοῦ βαρέθηκε καί διαολοστέλνει.


III. Edit

Μπορῶ ὅμως ἀπό μακριά
πατώντας κουμπιά
νά τήν γράψω, νά τήν ξεγράψω
καί νά τήν ξαναγράψω
σβήνοντας, ἀρχίζοντας
κόβοντας καί σταματώντας
ὅπου κι ὅσο κι ὅταν
θέλω.

IV. Freeze

Ἔχω
τό παγωμένο πλάνο τῆς
αἰωνιότητας
μέ τό ἠλίθιο χαμόγελο
κάθε σπυρί καί χαλασμένο δόντι
κρατημένο.
Ἀμήχανο.

V. Fast - forward, rewind

Ψάχνω γρήγορα πρός τά μπρός
περιπέτεια, κρίση, βαριεστημάρα,
τό τέλος. Ὕστερα πιό ἀργά
ξετυλίγω τήν κάθε κίνηση
πρός τά πίσω
ὥς τήν ἀνάποδη ἀρχή της.

VI. Σενάριο καί σκηνοθεσία

Κόβω
αὐτό πού πῆγε στραβά. Βρίσκω
πρόθεση
κι ἄλλοθι.
Μετρῶ
ἀπό 'κεῖ ὥς ἐκεῖ ὁ ἄνδρας ἡ γυναίκα
περπατοῦν στό λιβάδι.
Κρατῶ χρόνους᾿
ἀρχειοθετῶ λεπτά, δευτερόλεπτα.
Ἄραγε νά κρατήσω τό βλέμμα
ἤ νά τό σβήσω;
Τό φιλί πάντως φεύγει
ὅπως καί τά λόγια πού δέν ἔπρεπε νά εἰπωθοῦν
καί λέγονται ἐκεῖνα πού χρειαζόταν.
Μιά παλίνδρομη κίνηση
μπρός πίσω ἀέναο
ὅπως συνεχίζει νά κουνιέται
ἡ κουνιστή πολυθρόνα
κι ὅταν σηκώθηκες κι ἔφυγες.
Ἕνα χαμόγελο παλίμψηστο, μπαλωμένο
ὅπως μάταια χαμογελᾶς μές ἀπό δάκρυα
κρατημένα. Ἕνα παγωμένο πλάνο.
Ἴσως νά εἶσαι ἐσύ.
Παρόν. Ζωή.

VII. Cut

Πῶς ἀδειάζει ἔξαφνα
ἡ ὀθόνη ἀπό εἰκόνα;
Ἔτσι ἀπότομα
κόβεται ὁ ἦχος;

Σέ παρακαλῶ
Δῶσε μου εἰκόνα
Δῶσε μου ἦχο
Στέλνε μου παλμούς.